Panhellenic Federation of Craft Silversmiths Jewelers Watch Sellers

image 

Text Size

Πολύτιμοι λίθοι


Διαμάντι

Από την ελληνική λέξη αδάμας «ο σκληρότερος σίδηρος ή χάλυβας, διαμάντι»

Ιστορία: Τα πρώτα διαμάντια ήλθαν στην Ευρώπη τον 6ο και 5ο αιώνα προ Χριστού. Το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου έχει ένα ορειχάλκινο ελληνικό γλυπτό με ακατέργαστα διαμάντια το οποίο χρονολογείται από την προαναφερθείσα περίοδο. Το διαμάντι αναφέρθηκε αργότερα από” τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο (23-79 μετά Χριστό). Μέχρι τον 18ο αιώνα, τα περισσότερα διαμάντια, συμπεριλαμβανομένων των πλέον φημισμένων ιστορικά διαμαντιών, ήλθαν από την Ινδία
Χρώμα: άχρωμο, γκρι, ανοικτό μπλε, ανοικτό ροζ, ανοικτό πράσινο, κίτρινο, πορτοκαλί, ανοικτό μωβ, καφέ έως μαύρο.Σπανιώτερα κόκκινο.
Διαφάνεια: διαφανές έως αδιαφανές
Λάμψη: αδαμάντινη
Θραυσμός: κογχοειδής
Σχισμός: τέλειος
Σκληρότης: 10, εύθραυστο
Γραμμή κόνεως: άσπρη
Ειδικό βάρος: 3,47-3,56
Δείκτης διαθλάσεως: Ν-2,417
Διπλοθλαστικότης: ουδεμία
Διασπορά: 0,044 (μερικά δεδομένα αναφέρουν διασπορά μέχρι 0, 0627)
Πλεοχροϊσμός: ουδείς
Φωταύγεια: μπλε, ανοικτό πράσινο, κίτρινο
Χημεία: Το χρώμα οφείλεται σε ιχνοστοιχεία Ν (κίτρινο), Μη (ροζ), Β (μπλε), Μερικές φορές υπάρχουν επίσης Si, ΑΙ, Mg, Fe
Αναβάθμιση: Με ακτινοβολία, συχνά συνδυαζόμενη με θέρμανση, επεξεργασία επιφάνειας για καλύτερη οπτική διάχυση.

Το 1714 ανακαλύφθηκαν διαμάντια στην Βραζιλία και αργότερα στην Νότιο Αφρική. Τα διαμάντια συνδέονται με πολλού; μύθους, ενώ συχνά αποδίδοντο σε αυτά μαγικές δυνάμεις. Τα διαμάντια αποτελούσαν σύμβολο πλούτου και βρίσκονται στα περισσότερα στέμματα σπουδαίους θησαυρούς και Μουσειακές συλλογές.

Αστρολογία: Λέων, Ζυγός (Βαβυλώνιοι), Καρκίνος (Έλληνες), Κριός (Βυζαντινοί)
    Ενεργειακό κέντρο: Βάση
Θεραπευτικές ιδιότητες: Ενισχύει το ουροποιητικό σύστημα. Χρησιμοποιείτο (συχνά μαζί με άλλους πολυτίμους και ημιπολύτιμους λίθους) για την θεραπεία ασθενειών του στομάχου, των εντέρων, της επιληψίας, της ασθένειας του Menicre. To διαμάντι αποφορτίζεται σε κρύο νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: Κιμπερλίτες, λαμπροφιίρες ,προσχωματικά κοιτάσματα.
Εμφανίσεις: Πολλά φημισμένα διαμάντια προέρχονται από την Ινδία όπου τα διαμάντια εξορύσσονται επί αιώνες ειδικά στη περιοχή Hyderabad, μεταξύ των ποταμών Pennar και Sonaken, όπου τα διαμάντια βρίσκονται σε ψαμμίτες, κροκαλοπαγή και γενικά σε προ-οχωματικά κοιτάσματα. Η περιοχή αυτή που ονομάζεται Golconda ήταν ήδη γνωστή στον Πλίνιο. Πρόσφατα διαμάντια εξορύσσονται στην περιοχή Kollur-Ellur (Hyderabad) και πλησίον της περιοχής Parma (Madhya Pradesh). Φημισμένα διαμάντια που βρέθηκαν στην Ινδία είναι ο Μεγάλος Μογγόλος (787,25 καράτια, ανακαλύφθηκε το 1650), Ορλώψ (189,62 καράτια που βρέθηκε το 1680), Νιζάμ (440 καράτια, βρέθηκε το 1847), Μπλε Ελπίδα (44,52 καράτια), το Κοχινοΰρ (105,60 καράτια) και το κίτρινο Florentine (137,27 καράτια). Από ιστορικής πλευράς, σπουδαία διαμάντια ανακαλύφθηκαν στην Ινδονησία (Βόρνεο).Το 1714 ανακαλύφθηκαν διαμάντια σε ποτάμια ιζήματα στην Βραζιλία μαζί με χρυσό και χαλαζία στην περιοχή Διαμαντίνα της Πολιτείας Minas Gerais και αργότερα στην Bahia.
    Η Βραζιλία αποτελεί σήμερα σημαντική χώρα παραγωγής διαμαντιών για βιομηχανική χρήση (technical - grade diamonds), τα οποία ονομάζονται καρμπονάντο (carbonados). To μεγαλύτερο από αυτά τα διαμάντια ζύγιζε 3148 καράτια. Η Βραζιλία έχει επίσης δώσει πολλά μεγάλα πολύτιμα διαμάντια, όπως το διαμάντι «Πρόεδρος Vargas» (726,6 καράτια το οποίο κόπηκε σε 29 διαφορετικά διαμάντια), το διαμάντι Goias (600 καράτια από το οποίο παραμένει μόνο ένα κομμάτι 8 καράτια) και το διαμάντι Darcy Vargas(460 καράτια).Έγχρωμα διαμάντια όπως το ανοικτό μωβ TITOS (12,25 καράτια), το ρόζ Abaete (238 καράτια), το κιτρινοπράσινο Maximilian (50 καράτια) και το ανοικτό μπλε’ Brasilia (176,2 καράτια) έχουν βρεθεί επίσης στην Βραζιλία. Μία από τις σπουδαιότερε; Χώρες που παράγουν διαμάντια είναι η Νότια Αφρική. Τα μεγαλύτερα και ομορφότερα διαμάντια του κόσμου προέρχονται από τις κοιλάδες των ποταμών Orange και Vaal. Οι εμφανίσεις διαμαντιών της Νοτίου Αφρικής δεν περιορίζονται σε προσχωματικά κοιτάσματα, αλλά εξορύσσονται διαμάντια από πρωτογενή κοιτάσματα κιμπερλιτων. Το πιο γνωστό ορυχείο σε αυτά τα κοιτάσματα είναι το ορυχείο Premierjou οποίου οι διαστάσεις είναι 924x462 μέτρα (3030x1515 πόδια).

Το μεγαλύτερο διαμάντι του κόσμου, το Cullinan (3106 καράτια) έχει βρεθεί στη Νότια Αφρική. Πολλά Νοτιοαφρικανικά διαμάντια βρίσκονται σε στέμματα ή σε συλλογές Μουσείων. Σπουδαία διαμάντια (τα αναφερόμενα βάρη αντιστοιχούν στους πρωτογενείς κρυστάλλους πριν από την επεξεργασία τους) είναι το Excelsior (995,2 καράτια το οποίο βρέθηκε το 1893), το ρόζ Jubilee (650,8 καράτια το οποίο βρέθηκε το 1895 και πρόσφατα ονομάσθηκε διαμάντι Reitz), το διαμάντι Jonker (726 καράτια το οποίο βρέθηκε το 1934) και το Dutoispan (616 καράτια το οποίο βρέθηκε το 1974). Διαμάντια ανακαλύφθηκαν αργότερα στο Λεσάθο και την Μποτσβάνα. Σημαντική παραγωγή διαμαντιών γίνεται στις δυτικές ακτές της νότιας Αφρικής (Νότια Αφρική, Ναμίμπια, Αγκόλα). Τα διαμάντια είναι υψηλής ποιότητας και ζυγίζουν μέχρι 70 καράτια. Μεγάλα προσχωματικά κοιτάσματα (περίπου 390000 τετραγωνικά χιλιόμετρα ή 150600 τετραγωνικά μίλια) έχουν εντοπισθεί στα ιζήματα των ποταμών Kasai και Chicapa στην Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (Ζαΐρ) και την Αγκόλα. Αλλουβιακά κοιτάσματα διαμαντιών
είναι επίσης γνωστά στην Κεντρική Αφρικανική Δημοκρατία, την Δημοκρατία του Κογκό και τη Γκαμπόν. Μικρότερα κοιτάσματα έχουν εντοπισθεί στην Γκάνα, Σιέρρα Λεόνε (Αστέρι της Σιέρρα Λεόνε, 968, 90 καράτια), Ακτή του Ελεφαντοστούν, Λιβερία, Μαλί, Γουινέα, Σενεγάλη, Τανζανία και Ζιμπάμπουε. Σήμερα η Κίνα και η Ρωσία αποτελούν σημαντικές χώρες παραγωγής διαμαντιών. Διαμάντια εξορύσσονται στις επαρχίες Shandong και Yunnan και στη νήσο Hainan. Στη Ρωσία όπου υπάρχουν άνω των 120 κιμπερλιτών, διαμάντια ανακαλύφθηκαν στην κοιλάδα του ποταμού Vilui το 1949 και αργότερα σε άλλες περιοχές. Πολλά Ρωσικά διαμάντια ζυγίζουν πάνω από 200 καράτια, όπως το Αστέρι της Yakutia (132 καράτια). Έγχρωμα διαμάντια είναι επίσης γνωστά από την Ρωσία, όπως το πράσινο Miner (44,62 καράτια), το οκταεδρικό με ανοικτό κίτρινο χρώμα Marie (106 καράτια). Άλλα κοιτάσματα διαμαντιών υπάρχουν στην Βενεζουέλα, Σούριναμ, Γαλλική Γουιάνα, Ηνωμένες Πολιτείες και την Αυστραλία.

Επεξεργασία: Κοπή με έδρες. Περίπου το 20% της παραγωγής των διαμαντιών είναι πολύτιμα.
Όμοια ορυκτά: Ουδέν
Απομιμήσεις: Συνθετικά διαμάντια, ορεία κρύσταλλος, γκοσενίτης, κασσιτερίτης, κερουσίτης, ζαφείρι, σεελίτης, τοπάζι, ζιρκόνιο, συνθετικά κυβικά ζιρκόνια, YAG, GGG, ρουτίλιο και γυαλί με μόλυβδο.
Προσδιορισμός: Σκληρότης, δείκτης διαθλάσεως, λάμψη, θερμική αγωγιμότης.
Φροντίδα: Η αγορά (επεξεργασμένων) διαμαντιών πρέπει να συνοδεύεται με πιστοποιητικό γνησιότητας (μερικά διαμάντια έχουν τον αριθμό της ταυτότητας τους γραμμένο με λέιζερ στην κόψη τους). Επειδή τα διαμάντια είναι εύθραυστα, χρειάζονται προστασία από απότομα κτυπήματα, απότομες αλλαγές θερμοκρασίας. Δεν υπάρχουν προβλήματα καθαρισμού των διαμαντιών, εκτός εάν έχουν εγκλείσματα.


 Ζαφείρι (Ποικιλία κορουνδίου)

Από την ελληνική λέξη σάπφειρος - «Λάπις Λαζούλι, ζαφείρι»

Ιστορία: Η ομορφιά του ζαφειριού και οι εξαιρετικές του ιδιότητες κέντρισαν το ενδιαφέρον του ανθρώπου από τους πρώτους ιστορικούς χρόνους. Στο παρελθόν οι περισσότεροι από τους μπλε πολύτιμους και ημιπολύτιμους λίθους ονομάζοντο ζαφείρια. Μόνο από τον 19ο αιώνα το ζαφείρι και το ρουμπίνι, αναγνωρίζονται ως ποικιλίες κορουνδίου. Σύμβολο του πλούτου το ζαφείρι πιστεύετε ότι ανακουφίζει από τον πόνο, προστατεύει από τις φιλονικίες και φέρνει δύναμη τιμή και αθανασία στον ιδιοκτήτη του. Κατά τον Μεσαίωνα, γνωστό σαν «λίθος του Επισκόπου»,το ζαφείρι αντιπροσώπευε τον ουρανό και τις ύψιστες πνευματικές αξίες.
Αστρολογία: Αιγόκερως, τοξότης (Έλληνες), υδροχόος (Βυζαντινοί)
Ενεργειακό κέντρο: Λαιμός
Χρώμα: Διάφορες αποχρώσεις του μπλε, μωβ, μπλε-μωβ, πράσινο, κίτρινο, άχρωμο {άσπρο ζαφείρι ή λευκοσάπφειρος), πορτοκαλί, ροζ-πορτοκαλί (ποικιλία Παντπαράντσα)
Διαφάνεια: διαφανές έως ημιδιαφανές, αδιαφανές
Λάμψη: υαλώδης, αμβλεία
Θραυσμός: κογχοειδής, ανομοιόμορφος
Σχισμός: ανύπαρκτος
Σκληρότης: 9, εύθραυστο
Γραμμή κόνεως: άσπρη
Ειδικό βάρος: 3,99 - 4,10
Δείκτης διαθλάσεως: Me-1,760 - 1,770, Νο-1,768 - 1,779
Διπλοθλαστικότης: 0,008 -0,009
Πλεοχροϊσμός: ευδιάκριτος, διάφορες αποχρώσεις ανάλογα με το χρώμα του κρυστάλλου • Φωταύγεια: μερικές φορές μωβ ή πορτοκαλί
Χημεία: Το χρώμα οφείλεται σε ιχνοστοιχεία Fe, 71, Cr, Mn V, U • Ειδικά χαρακτηριστικά: παρουσιάζει αστερισμό και σπανιώτερα κινούμενη ανταύγεια
Αναβάθμιση: Με θέρμανση, ακτινοβολία, χρωματισμός με διάχυση.
Θεραπευτικές ιδιότητες: Μειώνει την πίεση του αίματος, χρησιμοποιείτο για την θεραπεία της αϋπνίας και μερικές φορές του καρκίνου.
Ακατέργαστα ζαφειρια.Το μεγαλύτερο κομμάτι είναι 5 χιλ., Gem Mountain, Montana. Αποφορτίζεται σε κρύο νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: Μεταμορφωμένα πετρώματα, πηγματίτες, αλκαλικοί βασάλτες, .προσχωματικά κοιτάσματα.
Εμφανίσεις: Τα προσχωματικά κοιτάσματα της Σρι Λάνκα εκτάσεως περίπου 2000 τετραγωνικών χιλιομέτρων (770 τετραγωνικών μιλίων), αποτελούν πηγή εξόρυξης ζαφειριών και άσπρων ζαφειριών. Μεγάλα ζαφείρια, τα οποία δεν είναι πάντοτε πολύτιμα, έχουν βρεθεί κατά καιρούς στην περιοχή αυτή της Σρι Λάνκα. Το μεγαλύτερο ζαφείρι ζύγιζε περίπου 20 κιλά. Πολύτιμα ζαφείρια που ζυγίζουν 144 και 300 καράτια αντίστοιχα βρέθηκαν στην περιοχή αυτή το 1974. Μία άλλη σπουδαία περιοχή εξόρυξης ζαφειριών είναι η περιοχή Mogok στη Βόρεια Μποΰρμα, όπου εξορύσσονται ζαφείρια από μάρμαρα και σκάρνς σε μία έκταση 400 τετραγωνικών χιλιομέτρων (155 τετραγωνικών μιλίων), αν και στην περίπτωση εδώ τα ζαφείρια είναι σπανιότερα από τα ρουμπίνια. Ένα ζαφείρι. που είχε βάρος 12,6 κιλά βρέθηκε στην περιοχή αυτή το 1966. Πρωτογενή και προσχωματικά κοιτάσματα ζαφειριών τα οποία εντοπίζονται σε Τριτογενείς βασάλτες (βασάλτες Τριτογενούς ηλικίας) υπάρχουν στην Ταϊλάνδη, το Λάος, Βιετνάμ και Καμπότζη. Το κοίτασμα Pailin στην Καμπότζη είναι σπουδαίο και γνωστό από το 1874. Τα ζαφείρια της Ταϊλάνδης εξορύσσονται από 34 τις περιοχές Chanthaburi και Battambang όπου ο μεγαλύτερος αναιρεθείς κρύσταλλος ζύγιζε 150 καράτια.

Η Βόρεια Ινδία (περιοχές του Κασμίρ και Jammu) παράγει επίσης ζαφείρια. Κατώτερης ποιότητας ζαφείρια έχουν εξορυχθεί στη Νότια Κίνα. Εμφανίσεις ζαφειριών είναι γνωστές στην περιοχή Renfrew του Οντάριο στον Καναδά. Ζαφείρια με βαθύ μπλε χρώμα έχουν βρεθεί στο Matto Grosso της Βραζιλίας. Πρόσφατα σπουδαία παραγωγή ζαφειριών γίνεται στην Κουήνσλαντ και Νέα Νότια Ουαλλία, στην Αυστραλία. Στις περιοχές αυτές τα ζαφείρια εντοπίζονται σε προσχωματικά κοιτάσματα τα οποία έχουν δημιουργηθεί από βασάλτες.Τα ζαφείρια έχουν ανοικτό μπλε χρώμα έως ανοικτό πράσινο, συχνά δε εμφανίζουν ζώνωση,Στην Αφρική κοιτάσματα ζαφειριών υπάρχουν στην Μοζαμβίκη, Ρουάντα, Καμερούν, Νότια Αφρική και Ναμί-μπια,ως επίσης στην κοιλάδα του ποταμού Umba της Τανζανίας. Στη Ζιμπάμπουε έχουν βρεθεί κρύσταλλοι, ζαφειριών μέχρι 7 εκ. και ο μεγαλύτερος ζύγιζε 3100 καράτια. Μικρότερες εμφανίσεις είναι γνωστές στο Malawi, την Ζάμπια,την Δημοκρατία του Κογκό και στην Μαδαγασκάρη (όπου έχουν βρεθεί σπάνιοι κρύσταλλοι μήκους πάνω από 10 εκ.).

Μεγάλες συγκεντρώσεις ζαφειριών έχουν βρεθεί στη Ρωσία ,ειδϊκιΰτερα σε πηγματίτες στα Ουράλια όρη και στους αλκαλικούς πηγματίτες στην Χερσόνησο Κόλα,όπου ε’χουν βρεθεί κρύσταλλοι μέχρι 5 κιλά που δεν είναι όμως πολύτιμης ποιότητας. Ιστορικά εμφανίσεις εξαιρετικών ζαφειριών αναφέρονται από τα ιζήματα του ποταμού Jizera στη Δημοκρατία της Τσεχίας (περιοχή Jizerska louka). Πολλοί μοναδικοί λίθοι έχουν τα δικά τους ονόματα και τοποθετήθηκαν σε στέμματα, όπως είναι το βαθύ μπλε ζαφείρι του Αγίου Εδουάρδου (167 καράτια) χρονολο-γούμενο από το 1042 το οποίο βρίσκεται στο κέντρο του σταυρού του Βρεττανικού Αυτοκρατορικού στέμματος, το ζαφείρι Stewart (104 καράτια) που βρίσκεται, στο ίδιο στέμμα.

Δύο μεγάλα ζαφείρια (258 και 200 καράτια) βρίσκονται στο Ρωσικό Αυτοκρατορικό στέμμα το οποίο βρίσκεται στο Ινστιτούτο Διαμαντιών στη Μόσχα. Το στέμμα του St. Wenceslas στην Πράγα έχει επίσης δύο μεγάλα ζαφείρια (330 και 280 καράτια) από την Σρι Λάνκα.

Τα μοναδικά ζαφείρια που παρουσιάζουν το φαινόμενο του αστερισμού, το Αστέρι της Ινδίας (536 καράτια) και το Αστέρι του Μεσονυκτίου (116 καράτια) βρίσκονται στο Αμερικανικό Μουσείο Φυσική; Ιστορίας στη Νέα Υόρκη, ενώ το βαθύ μπλε Αστέρι της Ασίας (330 καράτια) βρίσκεται στο Ινστιτούτο Σμιθσόνιαν, στην Ουάσιγκτων, D.C. Ονομαστά ζαφείρια έχουν βρεθεί επίσης στις Ηνωμένες Πολιτείες (Rock Creek και Yogo Gulch, Μοντάνα - Βόρεια Καρολίνα), όπου έχει γίνει επεξεργασία τριών κρυστάλλων ζαφειριων και έχουν δημιουργηθεί τα πρόσωπα τριών Προέδρου των Ηνωμένων Πολιτειών, του Ουάσιγκτων (1997 καοάτια), του Λίν/ολν (2302 καράτια) και του Αϊζενχάουερ (2097 καράτια). Πολλά μεγάλα και μοναδικά ζαφείρια βρίσκονται σε ιδιωτικές συλλογές στο Ιράν, Ινδία και Τουρκία.
Επεξεργασία: κοπή με έδρες, καμποσόν, γλυπτική.
Όμοια ορυκτά: σπινέλιος, κορδιερίτης, ζωϊσίτης, τουρμαλίνης (ιντιγκολίτης), μπενιτοϊτης, τοπάζι, κυανίτης, ζιρκόνιο, τανζανίτης.
Απομιμήσεις: συνθετικό κορούνδιο, διπλής δομής (doublets), γυαλί.
Προσδιορισμός: σκληρότης, ειδικό βάρος, οπτικές ιδιότητες (φάσμα απορροφήσεως)
Φροντίδα: Προστασία από υπερβολική θερμοκρασία που διαφορετικά μπορεί να έχει σαν αποτέλεσμα την απώλεια του χρώματος. Δεν υπάρχουν προβλήματα με τον καθαρισμό του λίθου, εκτός εάν ο κρύσταλλος του ζαφειριού έχει εγκλείσματα.


Ρουμπίνι (Ποικιλία κορουνδίου)

Το όνομα του ορυκτού προέρχεται από την Λατινική λέξη rubeus - «κόκκινο».
Ιστορία: Αυτός ο λίθος με το έντονο κόκκινο χρώμα, έχαιρε μεγάλης εκτίμησης από την αρχαιότητα. Οι παλαιότερες γραπτές αναφορές περιγράφουν ορυχείο ρουμπινιών στη Μπούρμα. Ακολουθώντας του; δρόμους του εμπορίου τα ρουμπίνια έφθαναν στις Βασιλικές Αυλές και τους Ναούς της αρχαίας Αιγύπτου και της Ελλάδος. Το ρουμπίνι ήταν πολύ αγαπητό στους Ρωμαίους και επεξεργάζετο σε σχήμα οβάλ, ενώ τα μεγάλα και εξαιρετικά ρουμπίνια είχαν τα δικά τους ονόματα. Το ρουμπίνι πιστεύετε ότι δυνάμωνε την καρδιά και επανέφερνε την ζωτικότητα στους ανθρώπους. Κατά την αρχαιότητα και τον Μεσαίωνα θεωρείτο ότι το ρουμπίνι είχε μαγικές δυνάμεις. Ακόμη ελεγείο ότι το ρουμπίνι προστατεύει τους πιστούς από τον σατανά και την πανώλη.

Χρώμα: κόκκινο με δευτερογενείς αποχρώσεις που τροποποιούν το χρώμα του
Διαφάνεια: διαφανές έως ημιδιαφανές, αδιαφανές
Λάμψη: υαλώδης, αδαμάντινη
Θραυσμός: ουδείς
Σκληρότης: 9, εύθραυστο
Γραμμή κόνεως: άσπρη
Ειδικό βάρος: 3,97 - 4,05
Δείκτης διαθλάσεως: Ne-1,760-1,768, No -1,768 -1,778 • Διπλοθλαστικότης: - 0,008
Διασπορά: 0,018
Πλεοχροϊσμός: ισχυρός-πορτοκαλί έως κατακόκκινος - διχροϊκό
Χημεία: το χρώμα οφείλεται στα ιχνοστοιχεία Cr, Fe
Ειδικά χαρακτηριστικά: φαινόμενο αστερισμού, σπάνια κρύσταλλοι με κινούμενη ανταύγεια, κρύσταλλοι τριπλοί (ρουμπίνι Trapiche)
Αναβάθμιση: Με θέρμανση, ακτινοβολία, επεξεργασία επιφάνειας για καλύτερη οπτική διάχυση.
Αστρολογία: Σκορπιός, Λέων (Βαβυλώνιοι), Καρκίνος (Βυζαντινοί). Ενεργειακό κέντρο: βάση Θεραπευτικές ιδιότητες: Δυναμώνει την καρδιά και ενισχύει το κυκλοφοριακό σύστημα. Χρησιμοποιήθηκε για την θεραπεία της απώλειας μνήμης και προβλημάτων της οράσεως. Αποφορτίζεται σε κρύο νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: Μεταμορφωμένα πετρώματα, πηγματίτες, προσχωματικά κοιτάσματα.
Εμφανίσεις: Τα περισότερα από τα μεγάλα και εξαιρετικά ρουμπίνια, ειδικά τα ανακαλυφθέντα μεταξύ των ετών 1899 και 1928, προήλθαν από τα μεταμορφωμένα πετρώματα και σκαρν της περιοχής Mogok της Μποΰρμα, μία περιοχή 400 περίπου τετραγ. χιλιομέτρων (155 τετραγωνικά μιλίων). Τα ρουμπίνια της περιοχής Mogok μεταφέρθηκαν από τα πρωτογενή πετρώματα σε προσχωματικά κοιτάσματα. Αναφέρεται ότι η εξόρυξη στην περιοχή αυτή γίνεται από την Εποχή του Ορειχάλκου, όπου τα μεγαλύτερα ρουμπίνια ζύγιζαν μέχρι 40 καράτια και σήμερα στολίζουν στέμματα Βασιλέων και Αυτοκρατόρων. Ρουμπίνια εξορύσσονται επίσης στην Ταϋλάνδη, στις περιοχές Chanthaburi και Batlambang, αλλά εδώ τα ρουμπίνια έχουν μία καφέ χροιά. Μία άλλη περιοχή παραγωγής ρουμπινιών είναι η Καμπότζη.

Τα προσχωματικά κοιτάσματα της ΣΡΙ Λάνκα μία περιοχή μεγαλύτερη από 2000 τετραγ. χιλιόμετρα (770 τετραγωνικά μίλια), αποτελούν ιστορικά σημαντική πηγή παραγωγής ρουμπινιών καθόσον έχουν βρεθεί ρουμπίνια που παρουσιάζουν αστερισμό ή κινούμενη ανταύγεια. Μικρότερες εμφανίσεις είναι γνωστές από την περιοχή Jagdalek στο Αφγανιστάν, στην κοιλάδα του ποταμού Hunza στο Πακιστάν, στα φλεβικά κοιτάσματα κορουνδίου στις περιοχές Tamil Nadu και MysoTe της Ινδίας και από τα χρυσοφόρα ιζήματα του Cowee Creek στην Βόρειο Καρολίνα. Τα μάρμαρα της περιοχή; Harts Ridge στην Βόρειο Αυστραλία, έχουν δώσει μερικά ρουμπίνια. Ρουμπίνια υπάρχουν συχνά στην Μαδαγασκάρη πλησίον των περιοχών Ankaratra και Vontivotonye όπου τα ρουμπίνια βρίσκονται σε πρωτογενή κοιτάσματα, αλλά και σε δευτερογενή προσχωματικά κοιτάσματα.

Γνωστές περιοχές με ρουμπίνια στην Τανζανία είναι οι Motambo, Kwakonje, Mahenge, Gairo, η κοιλάδα του ποταμού Umba, όπου κρύσταλλοι κορουνδίου διαφορετικών χρωμάτων φθάνουν τα 4 εκ. και οι περιοχές Olgira και Lossonogoi Hills, όπου μεγάλοι κρύσταλλοι ρουμπινιών βρίσκονται μέσα σε ζωϊσιτικό πέτρωμα το οποίο χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό πέτρωμα. Πολύτιμα ρουμπίνια προέρχονται επίσης από τα προσχωματικά κοιτάσματα Sombule της Ζάμπια και από τα όρη Chimwadzulu στο Malawi. Άλλες περιοχές της Αφρικής είναι η Λαϊκή Δημοκρατία του Κογκό (Ζαΐρ), η Αγκόλα και η Δημοκρατία του Κογκό, Στην Ρωσία έχει γίνει εξόρυξη ρουμπινιών ma Ουράλια όρη που βρίσκονται κοντά στο Βόρειο Πόλο. Άλλες περιοχές της Ευρώπης όπου υπάρχουν ρουμπίνια είναι η Νορβηγία και η Φιλανδία. Μεγάλοι κρύσταλλοι ρουμπινιών (μέχρι. 15 εκ.) με ανοικτό κόκκινο έως ροζ χρώμα έχουν βρεθεί πλησίον της περιοχής Prilep στην πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (FYROM). Μεγάλοι και μοναδικοί πολύτιμοι κρύσταλλοι ρουμπινιών ως και επεξεργασμένοι λίθοι συχνά έχουν τα δικά τους ονόματα και βρίσκονται σε στέμματα ή σε συλλογές Μουσείων.

Ένα από τα σπουδαιότερα ρουμπίνια είναι το Βόρειο Αστέρι, ένα ρουμπίνι με χρώμα κόκκινο-μωβ το οποίο παρουσιάζει το φαινόμενο του αστερισμού (166 καράτια) και το οποίο βρίσκεται στην συλλογή του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας στη Νέα Υόρκη. Μεγάλοι κρύσταλλοι ακατέργαστων ρουμπινιών βάρους μέχρι 500 καράτια είναι εξαιρετικά σπάνιοι. Ένας τέτοιος κρύσταλλος βρίσκεται στο Μουσείο Φυσικής Ιστορίας του Λονδίνου, ρουμπίνι γλυπτό με την μορφή του Βούδα από την Μπούρμα που ζυγίζει 690 γραμμάρια.

Το 1934 βρέθηκε στην Σρι Λάνκα ένα ρουμπίνι με αστερισμό βάρους 593,4 γραμμάρια. Επεξεργασία: κοπή με έδρες, καμποσόν, γλυπτική

Όμοια ορυκτά: σπινέλιος, ρόζ τουρμαλίνης (ρουμπελλίτης), πυρωπό.
Απομιμήσεις: συνθετικό κορούνδιο, σπινέλιος, γυαλί, γρανάτης, τουρμαλίνης.
Φροντίδα: Πρέπει να προστατεύεται από υψηλές θερμοκρασίες που μπορεί να του αλλάξουν το χρώμα. Δεν υπάρχουν προβλήματα καθαρισμού, εκτός εάν ο κρύσταλλος έχει εγκλείσματα.


Σμαράγδι (Ποικιλία βηρύλου)

Το Αγγλικό όνομα emerald προέρχεται από την Ελληνική λέξη σμάραγδος

Χρώμα: Σμαραγδοπράσινο
Διαφάνεια: διαφανές έως ημιδιαφανές: αδιαφανές
Λάμψη: υαλώδης
Θραυσμός: κογχοειδής, ανομοιόμορφος
Σχισμός: ισχνός
Σκληρότης: 7,5 - 8 (συχνά μικρότερη λόγω εγκλεισμάτων)
Γραμμή κόνεως: άσπρη
Ειδικό βάρος: 2,67-2,90
Δείκτης διαθλάσεως: Ne-1,569-1,585, No-1,574-1,592
Διπλοθλαστικότης: -0,005 - 0,009
Διασπορά: 0,014
Πλεοχροϊσμός: ευδιάκριτος
Φωταύγεια: ουδεμία, μερικές φορές πορτοκαλέρυθρη
Χημεία: Το χρώμα οφείλεται σε ιχνοστοιχεία Cr, V.
Ειδικά χαρακτηριστικά: κινούμενη ανταύγεια, τριπλοί κρύσταλλοι (Σμαράγδι Trapiche) σπάνια εμφανίζει αστερισμό.
Αναβάθμιση: Με λάδι, πλήρωση ρωγμών με ρητίνη, εποξικό υλικό, χρώση.
Ιστορία: Βασίλισσα των πολυτίμων και ημιπολύτιμων λίθων, το σμαράγδι ήταν γνωστό από αρχαιοτάτων χρόνων και χρησιμοποιείτο για κοσμήματα, φυλακτά και θρησκευτικά αντικείμενα. Μοναδικοί κρύσταλλοι σμαραγδιών υπάρχουν σε συλλογές Μουσείων και θησαυροφυλάκια ανά τον κόσμο. Σμαράγδια έχουν βρεθεί στους τάφους των Φαραώ στην Αίγυπτο, αλλά και στην Πομπηία και το Ερκολάνο, ενώ το σμαράγδι αναφέρεται στην Βίβλο και ανήκει στους Αποστολικούς λίθους (St. Thomas). Μεγάλο; αριθμός σμαραγδιών έχει ανακαλυφθεί στον βυθό της θάλασσας μεταξύ Αμερικής και Ευρώπης. Το χρώμα του σμαραγδιού είναι χαρακτηριστικό πράσινο και αναφέρεται ως σμαραγδοπράσινο.
Αστρολογία: Λέων, Καρκίνος (Βαβυλώνιοι)
Ενεργειακό κέντρο: Καρδιά
Θεραπευτικές ιδιότητες: Ενισχύει την μνήμη, ακονίζει την σκέψη, θεραπεύει από την συγκέντρωση αερίων στην κοιλιά, την καρδιαλγία, τις καούρες στο στομάχι και την αϋπνία. Χρησιμοποιείτο για την θεραπεία του έλκους του στομάχου, των παθήσεων της χοληδόχου κύστης, του ήπατος, της καρδιάς και των ματιών. Αποφορτίζεται σε τρεχούμενο νερό και επαναφορτίζεται γρήγορα στο φως του ήλιου.
Φιλοξενούντα πετρώματα: Μεταμορφωμένα πετρώματα, βιοτιτικοί σχιστόλιθοι, μάρμαρα, υδροθερμικές φλέβες, πηγματίτες.
Εμφανίσεις: Τα παλαιότερα γνωστά και για πολλά χρόνια μοναδικά ορυχεία σμαραγδιών, βρίσκονται στις περιοχές Jebel Zabarah και Jebel Sikat στην Άνω Αίγυπτο. Τα ορυχεία της «Κλεοπάτρας» λειτούργησαν για πρώτη φορά από τους αρχαίους Αιγυπτίους και στην συνέχεια από Έλληνες, Ρωμαίους, Άραβες και Τούρκους. Ξεχασμένα τον Μεσαίωνα επαναλειτούργησαν τον 19ο αιώνα. Τα καλύτερα σμαράγδια από τα ορυχεία αυτά διατηρούνται στο Μουσείο Top Kapi και στο Θησαυροφυλάκιο, του Σάχη του Ιράν. Ο σμαραγδένιος φακός που σύμφωνα με τον Πλίνιο, ο Νέρων παρακολουθούσε τους αγώνες των μονομάχων, προέρχεται πιθανώς από τα ίδια ορυχεία ως επίσης και οι σκαλιστοί λίθοι του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Αδριανού και της συζύγου του Σαβίνα . Η σπουδαιότερη παραγωγός Χώρα σμαραγδιών είναι η Κολομβία όπου η εξόρυξη σμαραγδιών εγένετο από τους Ίνκας πολύ πριν από την άφιξη των Ισπανών το 1537.

Τα φημισμένα ορυχεία σμαραγδιών της Κολομβίας βρίσκονται στις περιοχές Muzo (ΒΔ της Μπογκοτά), Chivor, Coscuez και Pena Blanca. Κρύσταλλοι σμαραγδιών ως και επεξεργασμένα σμαράγδια υπάρχουν στο Θησαυροφυλάκιο της Ισπανίας, του Ιράν και σε αρκετά Μουσεία. Από τα μεγαλύτερα σμαράγδια είναι το Emilio (7025 καράτια), το Αυστριακό σμαράγδι (2681 καράτια), το σκαλιστό βάζο Κολομβία (1976 καράτια) ,το σμαράγδι Devonshire (κρύσταλλος που ζυγίζει 1384 καράτια) και το σμαράγδι Patricia (630 καράτια). Άλλα σπουδαία κοιτάσματα σμαραγδιών βρίσκονται στην Βραζιλία ,στις περιοχές Sohoto, Alagoihas, Carnaiba,Pilao Arcado (Bahia), Pela Ema, Santa Annados Ferros (Minas Gerais) και Santa Terezinha (Goias), ενώ υπάρχουν και άλλες περιοχές με σμαράγδια. Ο μεγαλύτερος γνωστός κρύσταλλος σμαραγδιού από την Βραζιλία ζύγιζε 6300 καράτια. Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν δώσει εξαιρετικά σμαράγδια από την περιοχή Hiddenite της Βόρειας Καρολίνα και Mt. Mica στο Newry της Πολιτείας Μέϊν. Γνωστά σμαράγδια από τις περιοχές αυτές είναι, το σμαράγδι Stephenson (1438 καράτια), το Hiddenite (1276 καράτια), το σμαράγδι Stolen (1270 καράτια). Σπουδαίες τοποθεσίες σμαραγδιών στην Ευρώπη είναι η περιοχή Habachtal στις Αυστριακές Άλπεις, περιοχή γνωστή από τους Ρωμαϊκούς χρόνους, και η κοιλάδα του ποταμού Tokovaya στα Ουράλια όρη της Ρωσίας όπου το Malyshevo, το βαθύτερο ορυχείο σμαραγδιών στον κόσμο (350 μέτρα ή 1150 πόδια) έχει δώσει μεγάλα σμαράγδια, όπως το σμαράγδι Kokovina (1100 καράτια) και το φημισμένο Ουράλια (3362 καράτια). Σπουδαία ορυχεία σμαραγδιών στην Αφρική βρίσκονται στις περιοχές Micu της Ζάμπια, Novello Cleims ,Shikwande και Mayfie] Fanu στη Ζιμπάμπουε, Leydsdorpe στη Νότια Αφρική και σε άλλες περιοχές της Νιγηρίας, Γκάνα, Τανζανίας , Ναμίμπια. Περιοχές με σμαράγδια στην Ασία βρίσκονται στην Ινδία (Ajmer, Udaipur), Πακιστάν (Gudjarat-kilh, Gandar, Tora-Tiga) και Αφγανιστάν (Paudshere). Σμαράγδια εξορύσσονται σήμερα και στην Αυστραλία - σημαντική χώρα παραγωγής - στις περιοχές Broken Hill. Aga-Kau, Emnanville Vegesatle Creek ,Glen Creek).
Επεξεργασία: Τα πολύτιμα σμαράγδια επεξεργάζονται σε σχήμα «σμαραγδιού» και μπριγιάν, ενώ τα κατώτερης ποιότητας σμαράγδια χρησιμοποιούνται για καμποσόν, χάνδρες σφαιρικού σχήματος και άλλα αντικείμενα. Το σμαράγδι τοποθετείται κυρίως στο κέντρο ενός χρυσού κοσμήματος και περιβάλλεται από διαμάντια.
Όμοια ορυκτά: Βερδελίτης, απατίτης, δεμαντοϊδές (ποικιλία γρανάτη), ουβαροβίτης, διοψίδιος, διοπτάσιος, γροσσουλάριος, χιντενίτης, ολιβίνης.
Απομιμήσεις: Συνθετικό σμαράγδι (σμαράγδια Chatham, Linde και Gilson), πράσινος σπινέλιος, γυαλί κολλημένο με έγχρωμη συγκολλητική ουσία.
Προσδιορισμός: οπτικαί μέθοδοι, φακός σμαραγδιού, φίλτρο Τσέλση.
Φροντίδα: Πολύ εύθραυστος λίθος και πρέπει να προστατεύεται από απότομα κτυπήματα, θέρμανση και πίεση. Καθαρίζεται μόνο με σαπούνι και νερό, ενώ δεν πρέπει να γίνεται καθαρισμός με υπέρηχο ή ατμό. Σταθερό σε κοινά οξέα, χάνει το χρώμα του σε θερμοκρασίες πάνω από 700° C. Οι αναβαθμισμένοι με λάδι μπορεί να ξεθωριάσουν επίσης.